Εισήγηση (Α΄μέρος) της εκδήλωσης «Μια κορυφαία στιγμή του ταξικού ανταγωνισμού: ο αγώνας ενάντια στο κρατικό καπιταλιστικό έγκλημα στα Τέμπη | Περιεχόμενα, παρακαταθήκες, προοπτικές». […] Τα ερωτήματα που τέθηκαν στις εκμεταλλευόμενες τάξεις της χώρας το πρωί της 1ης Μαρτίου, λίγες ώρες μόνο μετά την είδηση του πολύνεκρου δυστυχήματος στα Τέμπη, υπήρξαν αμείλικτα και επιτακτικά. Με το κυβερνητικό κρατικό-και κατά προέκταση αστικό – αφήγημα να αποφαίνεται ήδη από την πρώτη στιγμή για τις αιτίες που οδήγησαν στο φρικτό θάνατο δεκάδες ανθρώπους, καταδεικνύοντας ως υπεύθυνους το «ανθρώπινο λάθος», «τον σταθμάρχη» ή τις «χρόνιες παθογένειες του δημοσίου» – όπως δίχως περιστροφές εννόησε ο πρωθυπουργός -, η απάντηση στο «τι έγινε στα Τέμπη» και στη βάση αυτού το «πώς αντιδρούμε σε αυτό» μετατρεπόταν σε ζωτικό ταξικό και πολιτικό επίδικό […]


post image

Μια κορυφαία στιγμή του ταξικού ανταγωνισμού: ο αγώνας ενάντια στο κρατικό καπιταλιστικό έγκλημα στα Τέμπη | Περιεχόμενα, παρακαταθήκες, προοπτικές (Εισήγηση Α΄μέρος)

Τα ερωτήματα που τέθηκαν στις εκμεταλλευόμενες τάξεις της χώρας το πρωί της 1ης Μαρτίου, λίγες ώρες μόνο μετά την είδηση του πολύνεκρου δυστυχήματος στα Τέμπη, υπήρξαν αμείλικτα και επιτακτικά. Με το κυβερνητικό κρατικό-και κατά προέκταση αστικό – αφήγημα να αποφαίνεται ήδη από την πρώτη στιγμή για τις αιτίες που οδήγησαν στο φρικτό θάνατο δεκάδες ανθρώπους, καταδεικνύοντας ως υπεύθυνους το «ανθρώπινο λάθος», «τον σταθμάρχη» ή τις «χρόνιες παθογένειες του δημοσίου» – όπως δίχως περιστροφές εννόησε ο πρωθυπουργός -, η απάντηση στο «τι έγινε στα Τέμπη» και στη βάση αυτού το «πώς αντιδρούμε σε αυτό» μετατρεπόταν σε ζωτικό ταξικό και πολιτικό επίδικό : για να το θέσουμε διαφορετικά, μια ανεπαρκής από την πλευρά μας απάντηση και αντίστοιχα μια επικράτηση του κυβερνητικού αφηγήματος θα ισοδυναμούσε με ταξική και πολιτική συντριβή. Κανένας αγώνας, διεκδίκηση, αίτημα, τίποτα δηλαδή από όλα αυτά που συνέχουν ταξικά και συγκροτούν πολιτικά καθένα από εκείνα τα σύνολα εντός των οποίων τοποθετούμε τους εαυτούς μας (εργατική τάξη, κοινωνία, λαός, νεολαία, κίνημα), δεν θα μπορούσε να έχει ένα στοιχειωδώς αξιόπιστο και αξιοπρεπές παρόν και μέλλον αν ένα τέτοιο γεγονός, με όλα αυτά που αυτό συμπύκνωνε και συγκεφαλαίωνε, προσλαμβανόταν -και ως εκ τούτου απαντιόταν – με τους όρους που ήθελαν τα πάσης φύσεως αστικά και κρατικά επιτελεία, με όρους δηλαδή εθνικού πένθους αντί ταξικής οργής.

Θα μπορούσε άραγε την επαύριο των Τεμπών να υπάρξει αγώνας για τις εργατικές κοινωνικές ανάγκες και πάλη ενάντια στα εργατικά δυστυχήματα, τις ιδιωτικοποιήσεις, την ακρίβεια, τον πόλεμο, την κρατική τρομοκρατία, αν ο θάνατος των 57 ανθρώπων στα Τέμπη εμπεδωνόταν στην κοινωνική συνείδηση ως ανθρώπινο λάθος ή κακιά στιγμή; Θα μπορούσαν, ακόμα, να έχουν ουσιαστική υπόσταση στους κόλπους μας έννοιες όπως ταξική αλληλεγγύη και ιστορική μνήμη, ή προτάγματα για αντικρατικό, αντικαπιταλιστικό και αντιιμπεριαλιστικό αγώνα, όπως βέβαια και για κοινωνική σύγκρουση και ταξική εξέγερση αν δεν επιχειρούνταν να απαντηθεί το γεγονός με περιεχόμενα και πρακτικές που να θέτουν επί τάπητος τέτοιες προοπτικές; Στο βαθμό που ορίζουμε το θάνατο των 57 ανθρώπων στα Τέμπη ως κρατικό καπιταλιστικό έγκλημα, ως έγκλημα που έχει τη ρίζα στο κυνήγι του μέγιστου κέρδους από το κεφάλαιο και ειδικότερα στις πολιτικές των ιδιωτικοποιήσεων, των μνημονίων, της ΕΕ και του ΔΝΤ η απάντηση είναι νομίζουμε πρόδηλα αρνητική.

Ακριβώς σε μια τέτοια οριακή συνθήκη βρέθηκε το στρατόπεδο της τάξης μας την 1η Μαρτίου: αντιμέτωπο με μια στρατηγική συντριβής του –με μια στρατηγική φασισμού στην ουσία, αν ορίσουμε τον φασισμό ως την υποτίμηση μέχρι του σημείου της διάλυσης κάθε συνεκτικού δεσμού στο εσωτερικό των εκμεταλλευόμενων τάξεων- αντίστοιχη με αυτήν ή ακριβέστερα συνέχεια εκείνης που οδήγησε λίγες ώρες πριν στο θάνατο 57 ανθρώπους ∙ αντιμέτωπο, με άλλα λόγια σε μια συνθήκη όπου ο μαζικές δολοφονίες στα τρένα απειλούσαν να συμπαρασύρουν στη συντριβή τις ταξικές και κοινωνικές αντιστάσεις συνολικά.

Ασφαλώς δεν είναι η πρώτη φορά που η εγχώρια ταξική πάλη πολώνεται γύρω από τέτοιας –υπαρξιακής- μορφής διλήμματα. Μόνο τα τέσσερα τελευταία χρόνια αυτό συνέβη επανειλημμένα (πανδημία, κρατικές δολοφονίες, πόλεμος, ακρίβεια). Στην πραγματικότητα σε όλη την περίοδο της κρίσης, οι στρατηγικές διαχείρισης της από πλευράς κεφαλαίου και κράτους -στρατηγικές που ακριβώς εξαιτίας της έντασης και του περιεχομένου τους προσδιορίστηκαν πολύ εύστοχα ως θανατοπολιτικές- έθεταν τις εκμεταλλευόμενες τάξεις και το κίνημα ενώπιον αντίστοιχων οριακών συνθηκών- και ευθυνών-. Αυτό που τα τελευταία χρόνια ονομάστηκε ως ταξική υποχώρηση και κινηματική άμπωτη ήταν αυτή ακριβώς η αδυναμία επαρκούς αναμέτρησης με τέτοιου βεληνεκούς διακυβεύματα. Και οι ήττες που σωρεύσαμε σε όλη αυτή την περίοδο ήταν εκείνες που επέτρεπαν στον ταξικό εχθρό να θέτει διαρκώς νέα και με ολοένα και αυξανόμενη ένταση. Θα πρέπει ωστόσο να τονίσουμε, ότι παρότι τα διλήμματα από πλευράς του αντιπάλου μας τίθονταν όλα αυτά τα χρόνια με όρους συντριβής μας, αυτή ποτέ δεν ήρθε∙ οι αντιστάσεις που αναπτύχθηκαν σε όλη την περίοδο της κρίσης, όλες εκείνες οι μικρές και μεγάλες μάχες οπισθοφυλακών που δώσαμε, παρότι δεν μπόρεσαν σε γενικές γραμμές να ανακόψουν την προέλαση του ταξικού εχθρού, κράτησαν ωστόσο στοιχειωδώς συντεταγμένο το ταξικό και κινηματικό στρατόπεδο, εξασφαλίζοντας του μια διόλου ευκαταφρόνητη πολιτική και οργανωτική βάση, έτοιμη να αντιπαρατεθεί με τα νέα αμείλικτα επίδικα που έθετε ο ταξικός ανταγωνισμός.

Την 1η Μαρτίου λοιπόν, αντλώντας διδάγματα από τις ήττες της προηγούμενης περιόδου αλλά και συνάμα έμπνευση και δύναμη από όλες τις πρόσφατες μάχες, η τάξη μας και το κίνημα βγήκαν στους δρόμους ξανά για να δώσουν μια ακόμα μάχη για την ύπαρξη τους. Κάτι ασφαλώς ούτε εύκολο, ούτε δεδομένο, μια μάχη ωστόσο, που όπως αποδείχθηκε λίγες εβδομάδες μετά, μπόρεσαν και την έδωσαν με την πιο ισχυρή δυναμική της τελευταίας δεκαετίας, με δυναμική που ακόμα και αν δεν μπόρεσε να ανατρέψει τους εδραιωμένους δυσμενείς συσχετισμούς, πέτυχε πάντως να κινητοποιήσει ένα πολύ μαζικό προλεταριακό και νεολαιίστικο δυναμικό, να διαμορφώσει ένα – τηρουμένων των αναλογιών- συνεκτικό πολιτικό περιεχόμενο πάλης, και να επαναφέρει τη μαζική κοινωνική σύγκρουση και το πρόταγμα της ταξικής εξέγερσης εμφατικά στο προσκήνιο, καταφέρνοντας ένα μεγάλο ρήγμα στην κυρίαρχη αστική πολιτική.

Κι αν δύο μήνες σχεδόν μετά, οι πολλαπλές δυναμικές που απελευθέρωσε το ρήγμα αυτό φαίνονται να εξασθενούν εν μέσω προεκλογικής περιόδου, χρέος πολιτικό του κινήματος είναι να περιφρουρήσουμε την δυναμική αυτή, να την εμπλουτίσουμε και να την κεφαλαιοποιήσουμε ως παρακαταθήκη για τις πολύ μεγάλες μάχες που ανοίγονται μπροστά μας και οι οποίες αναπόφευκτα θα είναι το ίδιο υπαρξιακές και συνολικές όπως αυτή που δώσαμε.

***

Ας επανέλθουμε όμως στην 1η Μαρτίου. Στην ανακοίνωση μας για την απογευματινή συγκέντρωση έξω από τα γραφεία της Hellenic Train γράφαμε : Ούτε ανθρώπινο λάθος, ούτε κακιά στιγμή! Το πολύνεκρο δυστύχημα στα Τέμπη έχει ονοματεπώνυμο: το κυνήγι του μέγιστου κέρδους από το κεφάλαιο και τις κρατικές πολιτικές υποστήριξης του. Ειδικότερα τις μνημονιακές πολιτικές ιδιωτικοποίησης των δημόσιων κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών, που όσον αφορά τις μεταφορές σήμανε το ξεπούλημα του ΟΣΕ έναντι εξευτελιστικού τιμήματος το 2017 στο ιταλικό μονοπώλιο «Ferrovie». Η ιδιωτικοποίηση του ΟΣΕ, τομή αναμφισβήτητα στη μακρόχρονη διαδικασία υποβάθμισης και απαξίωσης των δημόσιων μεταφορών που επέβαλλαν στο όνομα της ανταγωνιστικότητας τους η ΕΕ και όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις, σήμαινε: υποστελέχωση κρίσιμων τομέων, εξαντλητική εργασία, εγκατάλειψη υποδομών, ξεχαρβάλωμα των προδιαγραφών ασφαλείας, ανύπαρκτες επενδύσεις στον εκσυγχρονισμό των δικτύων. Το έγκλημα είχε προδιαγραφεί: Λίγα μόνο χρόνια αργότερα κι ενώ οι κρατικές επιδοτήσεις δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ εκτόξευαν τα κέρδη των καπιταλιστών, ακόμα και τα πιο ζωτικά μέτρα ασφαλείας είχαν πάψει ουσιαστικά να εφαρμόζονται ∙ ακόμα και το στοιχειώδες, το να ελέγχεται ηλεκτρονικά –και ως εκ τούτου να προλαμβάνεται- η κίνηση δυο τρένων αντίθετα στις ίδιες ράγες».

Το περιεχόμενο που δίναμε στο έγκλημα ήταν, λοιπόν, αφενός καπιταλιστικό, μια χαρακτηριστική απόδειξη του τι σημαίνει μια δομική ορίζουσα της κεφαλαιακής σχέσης, το κυνήγι του μέγιστου κέρδους, αφετέρου κρατικό, γιατί το κράτος ως συλλογικός καπιταλιστής είναι το κεντρικό εργαλείο που ιδιωτικοποιεί, πουλώντας πάμφθηνα –αφού πρώτα έχει το ίδιο απαξιώσει πολλαπλώς -τμήματα του δημοσίου τομέα (ενώ ακόμα κι όταν κρατικοποιεί αγοράζει πανάκριβα επιχειρήσεις των ιδιωτών, εν γνώσει του ότι πρόκειται για επιχειρήσεις χρεοκοπημένες), και συνάμα έγκλημα που φέρει φαρδιά πλατιά την υπογραφή του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου, των όρων και των διαδικασιών διείσδυσης του, όλου εκείνου δηλαδή του πλαισίου που ονομάζουμε ιμπεριαλιστική εξάρτηση.

Και οι τρεις αυτοί άξονες συνθέτουν ευκρινώς το περιεχόμενο του εγκλήματος στα Τέμπη, και για αυτό μια ολοκληρωμένη πολιτική στόχευση δεν μπορεί παρά να τους θέτει από κοινού στο επίκεντρο της. Τρεις άξονες που μέσα από την οργανική τους σύνδεση και διαπλοκή, παράγουν όλες εκείνες τις στρατηγικές που επιβάλλουν αυτό που ορίζουμε ως καθεστώς ταξικής υποτίμησης, μιλώντας όχι μια στιγμή, όχι για μια απλή φάση του ταξικού ανταγωνισμού, αλλά για μια εδραιωμένη ιστορική συνθήκη, για μια μακρόχρονή και διαρκώς κλιμακούμενη βίαιη διαδικασία αποστέρησης των μέσων συντήρησης και αναπαραγωγής της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων καθώς και του συνόλου των κοινωνικών και πολιτικών κατακτήσεων τους. Μια διαδικασία σύμφυτη με τη δομική κρίση ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού και του παγκόσμιου καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος κατά προέκταση, η οποία λαμβάνει -θα τολμούσαμε να πούμε- χαρακτηριστικά μιας νέας πρωταρχικής συσσώρευσης.

Αντιλαμβανόμενοι έτσι ακριβώς το δυστύχημα στα Τέμπη, ως χαρακτηριστικό προϊόν μια τέτοιας ιστορικής διαδικασίας και της τρομακτικής βιαιότητας που αυτή περικλείει, δεν μπορούσαμε παρά να θέσουμε επί τάπητος το ζήτημα της άμεσης σύγκρουσης με τις αιτίες που το γέννησαν. Γράφοντας κεντρικά στο πανό μας, δίπλα στο «Οργή για το καπιταλιστικό έγκλημα στα Τέμπη», «Σύγκρουση με το καθεστώς της ταξικής υποτίμησης και του κρατικού ολοκληρωτισμού» επιχειρούσαμε να αναδείξουμε αφενός το περιεχόμενο που όφειλε να έχει η πάλη ενάντια στο έγκλημα στα Τέμπη και αφετέρου τη μορφή που έπρεπε να λάβει άμεσα, μέσα από την σύγκρουση στο δρόμο με τον σιδερόφρακτο κρατικό ολοκληρωτισμό που νομοτελειακά θα επιχειρούσε να καταπνίξει κάθε έμπρακτη αμφισβήτηση των αστικών κρατικών απαντήσεων για το τι έγινε στα Τέμπη. Της σύγκρουσης στο δρόμο ως προλεταριακής, κοινωνικής, λαϊκής, νεολαιίστικης και κινηματικής πρακτικής, ακόμα πιο φιλόδοξα ως οργανωτικής και πολιτικής διαδικασίας, ικανής να διαμορφώσει όρους κοινωνικής και ταξικής εξέγερσης. Αντίθετα από ότι μια ρεφορμιστική και μη έχουσα στην ουσία εμπιστοσύνη στις εργατικές κοινωνικές δυνάμεις θέση, η οποία απέρριπτε την άμεση σύγκρουση και το σύνθημα της εξέγερσης ως μη γειωμένο στις υπάρχουσες συνθήκες – επειδή ούτε το λαϊκό θυμικό μπορούσε να αφουγκραστεί, ούτε το περιεχόμενο του εγκλήματος να αντιληφθεί στην ολότητα του- θεωρήσαμε ότι αυτό το σύνθημα με το συγκεκριμένο περιεχόμενο που του δίναμε: «Εξέγερση – Σύγκρουση για τις σύγχρονες εργατικές κοινωνικές ανάγκες», περίκλειε ένα πλήθος υπαρκτών ταξικών δυναμικών, δυναμικών που εκφράστηκαν λιγότερο ή περισσότερο την προηγούμενη περίοδο και οι οποίες σε κάθε περίπτωση επικοινωνούσαν με τη γενικευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια που προκαλούσε η νεοφιλελεύθερη ακροδεξιά διαχείριση, καθιστώντας το πέρα από επίκαιρο και ρεαλιστικό.

Ένα πρόταγμα που συνομιλούσε με όλες τις μεγάλες στιγμές της τελευταίας δεκαπενταετίας, από την Εξέγερση του Δεκέμβρη ως τον κύκλο των αντιμνημονιακών ταραχών 2010-2015, φιλοδοξώντας να συνθέσει σε ένα νέο επίπεδο τις αντικρατικές, αντικαπιταλιστικές και αντιιμπεριαλιστικές παρακαταθήκες που αυτές άφησαν.

Ταξική Αντεπίθεση (Ομάδα Αναρχικών και Κομμουνιστ(ρι)ών)