Στα Εξάρχεια ωριμάζει σήμερα μια σκληρή κοινωνικοπολιτική αναμέτρηση. Με αιχμή την κατασκευή Μετρό στην πλατεία Εξαρχείων, δύο κόσμοι έχουν λάβει θέση μάχης, ξεδιπλώνοντας δύο διαμετρικά αντίθετες στρατηγικές για την περιοχή. Η μία, φορέας της οποίας είναι ο κόσμος του κεφαλαίου και του κράτους, είναι σαφής: καταστροφή της πλατείας Εξαρχείων, ιδιωτικοποίηση του Λόφου του Στρέφη, παράδοση κάθε διαθέσιμου πόρου της γειτονιάς στο μεγάλο κεφάλαιο (στεγαστικό, τουριστικό, εστίασης), υποβάθμιση έως διάλυση των δημόσιων δομών (εκπαίδευσης, υγείας, πολιτισμού), κλείσιμο του Πολυτεχνείου ως χώρου ζωντανής ιστορίας και πολιτικής δραστηριότητας, αναβάθμιση της κρατικής καταστολής, διατήρηση και ανανέωση του-πλήρως ελεγχόμενου από το αστυνομικοδικαστικό σύμπλεγμα- ναρκεμπορίου, ασφυκτική πίεση στις υπάρχουσες πολιτικές και κοινωνικές δομές, μετατροπή εν τέλει των Εξαρχείων σε μια πλήρως εμπορευματοποιημένη ζώνη τουρισμού και διασκέδασης, χαμηλής αισθητικής και εντατικής και κακοπληρωμένης εργασίας, από την οποία ουσιαστικά οι κάτοικοι των Εξαρχείων θα έχουν εκτοπιστεί.

Μιλάμε, με άλλα λόγια, για τη ριζική αλλοίωση των κοινωνικών, πολιτικών και ιστορικών χαρακτηριστικών της γειτονιάς και τελικά, για την κοινωνική και πολιτική της ερημοποίηση. Στρατηγική απόλυτα συμβατή βέβαια με τη γενικότερη αστική στρατηγική εν μέσω κρίσης, την οποία συμπυκνώνει η ανελέητη επίθεση στις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές κατακτήσεις, που με αιματηρούς αγώνες κέρδισε τις προηγούμενες δεκαετίες το κοινωνικό-λαϊκό κίνημα, μια στρατηγική που ειδικά για τη μητρόπολη εκδηλώνεται με τον εκτοπισμό από το κέντρο της, της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων, των φτωχών και των κοινωνικά αποκλεισμένων.

Σε πείσμα των αστικών αφηγήσεων η κατασκευή του Μετρό στην Πλατεία Εξαρχείων αυτήν ακριβώς τη στρατηγική έρχεται να υπηρετήσει. Καμιά συμβολή, στο ομολογουμένως ανεπαρκές συγκοινωνιακό δίκτυο των Εξαρχείων, προς όφελος των ζωντανών δυνάμεων της γειτονίας δεν πρόκειται να εκπληρώσει, ακριβώς γιατί τα Εξάρχεια ύστερα από τα 8 και πλέον χρόνια που θα διαρκέσουν τα έργα, δεν θα στεγάζουν ούτε θα φιλοξενούν και θα υποδέχονται τον κόσμο εκείνο που έχει πραγματικά κοινωνική ανάγκη για γρήγορες, φθηνές, και ασφαλείς μετακινήσεις. Δηλαδή τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες, τους νέους και τις νέες, τους ηλικιωμένους/ες, τους μετανάστες και τις μετανάστριες που διαβιούν στη γειτονιά. Ουσιαστικά η αξία χρήσης του Μετρό θα είναι αυτή ακριβώς που θα επιβάλλει η νέα αξία χρήσης που θα δώσει στα Εξάρχεια το Κεφάλαιο, ως ζώνη ουσιαστικά απόλυτης κυριαρχίας των εμπορευματικών σχέσεων, πλήρως εκκαθαρισμένης από τους κατοίκους της και τους παραδοσιακούς θαμώνες της.

Μια τέτοια δυστοπία έρχεται να υλοποιήσει το Μετρό στην πλατεία Εξαρχείων και υπό αυτό το πρίσμα εκφράζεται και η αταλάντευτη εναντίωση μας σε αυτό. Χωρίς καμιά δόση υπερβολής θα λέγαμε ότι το Μετρό στην πλατεία συμπυκνώνει με τον πλέον εύγλωττο τρόπο τη βασική καπιταλιστική αντίθεση. Αυτήν ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής από τη μια και την ατομική- ιδιωτική ιδιοποίηση του αποτελέσματος της από την άλλη. Το Μετρό, ένα κατά τα άλλα σημαντικό επίτευγμα της κοινωνικής παραγωγής, ένα εξελιγμένο προϊόν της γενικής διάνοιας του ανθρώπου, η υλική έκφραση εργατικού μόχθου και συνδυασμένων εργατικών δεξιοτήτων, μετατρέπεται ακριβώς, όντας άξονας μιας αδυσώπητης ταξικής στρατηγικής, σε όχημα -κυριολεκτικά- εκκαθάρισης των παραγωγικών δυνάμεων των Εξαρχείων και των τελευταίων εστιών πρασίνου που έχουν απομείνει σε αυτά.

Ασφαλώς, αυτή η αντίθεση ενυπάρχει σε όλα τα προϊόντα της κοινωνικής παραγωγής, και αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να αποτελέσει την αιτία άρνησης τους. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε μια ιδεαλιστική, εξωιστορική και εν τέλει αντιδραστική άρνηση συνολικά του ίδιου του ανθρώπινου πολιτισμού. Ωστόσο, οι αντικαπιταλιστικές επαναστατικές δυνάμεις, αν θέλουν ακριβώς να είναι τέτοιες, οφείλουν να εντοπίζουν αυτήν την αντίθεση και να την οξύνουν προς όφελος του κόσμου της εργασίας∙ οφείλουν να διακρίνουν πότε αυτή, έστω ατελώς και οριακά, μπορεί στον υπαρκτό κόσμο, στη ζώσα πραγματικότητα να ικανοποιεί ζωτικές κοινωνικές ανάγκες. Όταν διεκδικούμε φθηνές και καλής ποιότητας συγκοινωνίες και δημόσιες και εξελιγμένες υποδομές υγείας , διατροφής, ενέργειας και μόρφωσης για το λαό, ή ακόμα όταν απαιτούμε προηγμένες τεχνολογίες προστασίας οικοσυστημάτων και αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι παρόλο που όλα αυτά συμβάλλουν -σε τελική ανάλυση- και στην αναπαραγωγή της ίδιας της κεφαλαιακής σχέσης, δεν παύουν να εξυπηρετούν ωστόσο και τη δική μας αναπαραγωγή ως Τάξη, να εξασφαλίζουν με άλλα λόγια τη συντήρηση της μοναδικής δύναμης που μπορεί να ανατρέψει το πολιτισμό του κεφαλαίου και του κράτους, και για αυτό το λόγο τις διεκδικούμε και τις αντιλαμβανόμαστε ως ζωτικό ταξικό επίδικό. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, στο συγκεκριμένο παράδειγμα των Εξαρχείων, δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Η κατασκευή του Μετρό «επιλύει» κατά τρόπο απόλυτο προς όφελος του κεφαλαίου την αντίθεση κοινωνικού/καπιταλιστικού που ενυπάρχει σε αυτό. (Όπως αντίστοιχα θα λέγαμε είχε γίνει, για να αναφέρουμε ένα ανάμεσα στα τόσα παραδείγματα εγχώρια και διεθνώς, με το μεταλλείο χρυσού στη Χαλκιδική). Και υπό αυτήν ακριβώς την έννοια είναι καταδικασμένη να αποτύχει, αλλά και να γίνει ένας από τους βασικούς παράγοντες της ακόμα βαθύτερης κρίσης των Εξαρχείων, αφού δεν θα ανταποκρίνεται ουσιαστικά σε καμιά κοινωνική ανάγκη.

Αν λοιπόν η εκκαθάριση των ζωντανών δυνάμεων της εργασίας και της κοινωνίας από τα Εξάρχεια, ως αναγκαίος όρος για την υπέρβαση της κρίσης προς όφελος του κεφαλαίου, προσδιορίζει και στην περίπτωση αυτή τον χαρακτήρα και τον τελικό σκοπό της ασκούμενης κρατικής πολιτικής, τότε τόσο το περιεχόμενο μιας έκφρασης της πολιτικής αυτής -όπως είναι το Μετρό- όσο και η αντίδραση σε αυτήν δεν μπορεί να ιδωθεί έξω από τον ταξικό της καθορισμό. Ως αντιπρολεταριακή και αντικινηματική αιχμή από τη μια, και ως προλεταριακή κινηματική αντίσταση από την άλλη.

Αν έτσι όμως συνοψίζεται η αστική στρατηγική στα Εξάρχεια, πώς διαμορφώνονται τα πράγματα στην άλλη πλευρά; Ποιο σχέδιο, δηλαδή, καθοδηγεί τους φορείς της προλεταριακής-λαϊκής πολιτικής στην περιοχή, τις δομές κοινωνικής αυτοοργάνωσης και ταξικής αλληλεγγύης, τις αναρχικές και κομμουνιστικές συλλογικότητες; Τι σημαίνει για τις δυνάμεις αυτές ο αγώνας ενάντια στο Μετρό; Είναι απλά μια έκφραση αντίστασης απέναντι σε μια κατάσταση που θα επιβαρύνει πολλαπλώς την κοινωνική δραστηριότητα και τον φυσικό πλούτο της γειτονιάς ή μήπως ο αγώνας αυτός οφείλει να υπηρετεί μια γενικότερη στρατηγική για την περιοχή;

Από την πλευρά μας, ισχυριζόμαστε το δεύτερο. Σε ό,τι μας αφορά, ο σημερινός αγώνας δεν τελειώνει στην πάλη για «Εξάρχεια χωρίς Μετρό, εμπορευματοποίηση, καταστολή και μαφίες» αλλά –επιχειρεί να – ανιχνεύσει, ακριβώς για να είναι αποτελεσματικός, στο εδώ και τώρα της ταξικής πάλης τη δυνατότητα συγκρότησης μαζικών δομών προλεταριακής-λαϊκής αντιεξουσίας. Στρατηγική που επικοινωνεί και βρίσκεται σε πλήρη συνάφεια με τη γενικότερη στρατηγική του προλεταριακού- λαϊκού κινήματος στις σημερινές συνθήκες, όπου η φτωχοποίηση μεγάλων κομματιών του πληθυσμού, η εξαφάνιση των μηχανισμών κοινωνικής πρόνοιας, η στρατιωτικοποίηση της καταστολής και βέβαια ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος και η προσφυγική κρίση έχουν καταστήσει τις δομές κοινωνικής αυτοοργάνωσης και ταξικής αλληλεγγύης σε κεντρικούς άξονες της επαναστατικής πολιτικής.

Ως τέτοιες δομές δεν εννοούμε φυσικά κάποιους κομμουνιστικούς ή αναρχικούς μικροκόσμους αποκομμένους από τον καπιταλιστικό περίγυρο, αλλά δομές που ξεδιπλώνουν αντικαπιταλιστικές πρακτικές, δομές που εκφράζουν δυνητικές μορφές κοινωνικής απελευθέρωσης, μορφές δηλαδή, που τηρουμένων των αναλογιών, υλοποιούν την τάση για κοινωνική χειραφέτηση. Κάτι τέτοιο, βέβαια, προϋποθέτει τη ρήξη με την ιδέα του κομμουνισμού και της αναρχίας ως ιδανικών προς εφαρμογή σε κάποιο ακαθόριστο μέλλον. Η αναρχία, ο κομμουνισμός είναι κάτι πολύ διαφορετικό από ένα ιδεώδες ∙ είναι, όπως έλεγε ο Μαρξ, η «πραγματική κίνηση που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων», μια δυναμική τάση του παρόντος που διαπερνά το σύνολο των κοινωνικών και πολιτικών πρακτικών. Ως εκ τούτου, αναπτύσσεται μέσα από το σημερινό κίνημα ∙ στοχεύει στην ανατροπή των υφιστάμενων συσχετισμών και τη συγκέντρωση δυνάμεων για αναμετρήσεις που θα θέσουν επί τάπητος το κύριο επίδικο μιας επαναστατικής διαδικασίας: αυτό της συγκρότησης, της ανάπτυξης και τελικά της εδραίωσης μιας προλεταριακής αντιεξουσίας.

Μιλώντας βέβαια για προλεταριακή αντιεξουσία, δεν αναφερόμαστε εδώ στην οριακή συνθήκη όπου δύο εχθρικά ταξικά στρατόπεδα διατάσσονται εντός μια συνθήκης επαναστατικής κρίσης, αλλά για κάτι πολύ πιο άμεσο και απτό: για τη συνθήκη εκείνη όπου μέσα από τη δυναμική της ταξικής πάλης, την όξυνση της οικονομικής και πολιτικής κρίσης και την άνοδο της λαϊκής συνειδητότητας, αναδύονται μορφές μιας νέας θέσμισης (κοινωνικής, πολιτικής, οικονομικής) σε σύγκρουση με τις υπάρχουσες αστικές-κρατικές. Μορφές που εκφράζουν την ανάπτυξη μιας επαναστατικής διαδικασίας, οι οποίες συνδυάζοντας τον πόλεμο με την οικοδόμηση συγκροτούν νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, νέα πολιτικά και οικονομικά παραδείγματα.

Υπό αυτήν την έννοια, η περιφρούρηση των Εξαρχείων απέναντι στην πολύμορφη επίθεση του κράτους και του κεφαλαίου έχει ένα βαθύτερο περιεχόμενο. Στην πραγματικότητα, από την αποτελεσματική υπεράσπιση της γειτονιάς και των κοινωνικών της δομών, κρίνεται η δυνατότητα του κινήματος να δημιουργεί ανταγωνιστικές μορφές κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης, κρίνεται η δυνατότητα σύμπηξης πλατιών κοινωνικών συμμαχιών, κρίνεται εν τέλει η ικανότητά του να δρα επαναστατικά. Και η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί παρά να αποτελεί και ένα συμπέρασμα εν είδει απολογισμού, θετικού και αρνητικού, τόσο, για την μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη παρουσία του κινήματος στα Εξάρχεια, όσο και για τον συγκλονιστικό αγώνα ενάντια στις ναρκομαφίες και τον κοινωνικό κανιβαλισμό, φυσική συνέχεια και εξέλιξη του οποίου αποτελεί, για εμάς, ο αγώνας σήμερα.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι υπάρχουσες -όσο και οι μελλοντικές- δομές κοινωνικής αυτοοργάνωσης και ταξικής αλληλεγγύης στην περιοχή είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα δίχτυ ασφαλείας για εργαζόμενους, άνεργους, νέους, προσφυγές, κοινωνικά αποκλεισμένους. Ένα λαϊκό συσσίτιο, ένα κοινωνικό ιατρείο, ένα κοινωνικό κέντρο, μια δομή αυτοάμυνας, μια πλατεία, ένα πάρκο, μια παιδική χαρά όλα αυτά δεν προστατεύουν μόνο από την ανέχεια, την αποξένωση και την καταστολή, αλλά υποδεικνύουν έμπρακτα, τόσο σε αυτούς/ες που τα λειτουργούν, όσο και σε αυτούς/ες που τα χρησιμοποιούν, μια άλλη προοπτική. Την προοπτική ενός άλλου κόσμου. Την προοπτική της κοινωνικής επανάστασης, της αναρχίας και του κομμουνισμού.

Το πολιτικό και ταξικό διακύβευμα σήμερα στα Εξάρχεια και στον εν εξελίξει αγώνα, βρίσκεται εκεί ακριβώς!

Ταξική Αντεπίθεση (Ομάδα Αναρχικών και Κομμουνιστ(ρι)ών)